Ιστορία #1

Ιστορία #1

Ξεχασμένα συναισθήματα. Ποτέ ξανά!

Έξω έχει ραδιοφωνόκαιρο! Ξέρεις, από αυτόν που ντύθηκε με μουντό mood. Συννεφόκαμα, ήλιος σε ρόλο μπες-βγες ανάμεσα στα μισοφαγωμένα «δόντια» και διάθεση κομματάκι μελαγχολική που παλεύει να βρει πατήματα για να στηριχτεί. Για τον Βασίλη, η Πέμπτη μετά το Πάσχα εξελίχθηκε αλλιώς. Έφυγε νωρίτερα από το γραφείο λόγω μιας επαγγελματικής συμφωνίας που πέτυχε, δουλεύοντας εξαντλητικά από τις αρχές του έτους. Αποφάσισε να δώσει μισό ρεπό στον εαυτό του. Το άξιζε και με το παραπάνω.

Μπήκε στο αυτοκίνητο, έκλεισε την πόρτα και πήρε βαθιά ανάσα. Ευχάριστα συναισθήματα άρχισαν να κυριεύουν σταδιακά το κουρασμένο κορμί του. Ένα χαμογελάκι ευτυχίας ζωγραφισμένο σα χαραγμένο σκίτσο τόνισε έντονα τα χαρακτηριστικά λακάκια του. Η ηρεμία είχε καιρό να εμφανιστεί στο πρόσωπο του. Το ραδιόφωνο παίζει ένα παλιότερο αγαπημένο τραγούδι. H ερμηνεία του David Bowie με το Absolute Beginners γυρίζει αρκετά χρόνια πίσω τη ζωή του. Τότε που η αφέλεια και η ανεμελιά ήταν συνώνυμα της καθημερινότητας. Τότε που ο έρωτας και η εξερεύνηση για το νέο και το εφήμερο ήταν έννοιες που καθόρισαν τον Βασίλη σαν άνθρωπο. Τότε που οι μυρωδιές και οι γεύσεις γοήτευαν την περιέργεια και το ενδιαφέρον για την μαγειρική.

Ξαφνικά η μητέρα του εμφανίζεται σαν μια απρόσμενη φιγούρα που μπήκε απρόσκλητη από το παράθυρο, εικονογραφώντας φευγαλέα το ανεμοδαρμενό μυαλό του με αναμνήσεις από την κουζίνα. «Να θυμάσαι πως όλα τα πράγματα γίνονται για κάποιο λόγο. Πολλές φορές δεν τον βλέπεις αμέσως. Θα το αντιληφθείς στην πορεία. Ίσως γιατί το καλό πράγμα για να γίνει, περνάει από πολλές δοκιμασίες που δεν είναι εύκολες». Τα λόγια της κυρά-Μαρίας στάθηκαν αφορμή για έξτρα ρίγη συγκίνησης. Συναισθήματα! Μια λέξη που δεν περιγράφεται με λόγια. Κάτι που ο κανακάρης της είχε να αισθανθεί πολύ καιρό τώρα.

Χτυπάει το τηλέφωνο από το υπερεξελιγμένο σύστημα του αυτοκινήτου. «Ναι, χαθήκαμε ρε Παύλο. Άσε, που να στα λέω... Πολλή δουλειά ρε φίλε. Πότε θα βρεθούμε;» Κλείνοντας διαπίστωσε πως η ευτυχία βρίσκεται μπροστά του, σχεδόν δίπλα του αλλά αυτός την πέρασε ξυστά. Θέλησε να κάνει κάτι γι΄ αυτό. Να πάρει ρεβάνς από τον χαμένο χρόνο που στέρησε στην οικογένεια του. Να τηρήσει την υπόσχεση που έδωσε στην μητέρα του πριν πολλά χρόνια. Η διαδρομή από το γραφείο μέχρι το σπίτι είχε μια μεγάλη παράκαμψη. Το ταξίδι πίσω στο χρόνο και τις απολαυστικές αναμνήσεις των συζητήσεων μεταξύ του Βασίλη και της κυρά-Μαρίας.

Η κατσαρόλα, θυμήθηκε ότι ήταν ο κύριος πρωταγωνιστής, που άκουγε τα πάντα και δεν έβγαζε την παραμικρή μιλιά. Το πάθος του για τα ζυμαρικά καλλιεργήθηκε με μεράκι και συνέπεια. Μια από τις αγαπημένες συνταγές ήταν αυτή με τα λαχανικά και την λιαστή ντομάτα. Την είχε μάθει απ’ έξω και ανακατωτά. Σχεδόν τυφλοσούρτης. Το λες και παπαγαλία. Η όρεξη του για εξέλιξη και πειραματισμούς στην κουζίνα τον έκανε να δημιουργήσει την δική του προσωπική εκδοχή στην παλιότερη συνταγή. Πέννες με αγκινάρα, κολοκυθάκι και λιαστή ντομάτα! Μέσα σε ένα τέταρτο το πολύ, το flashback θα ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές. Να και η απόδειξη! Εύκολη, χρωματιστή ματιά που «βράζει».

Σε λίγο έφτασε στο σπίτι φρέσκος και ανανεωμένος. Ένας καινούργιος άνθρωπος που ήρθε για να μείνει. Από τις σπάνιες φορές που επέστρεφε στο σπίτι και δεν τον περίμενε κάποιος δικός του. Τα παιδιά ήταν ακόμα στο σχολείο και η Άννα στο μαγαζί. «Θα τους τρελλάνω! Θα πάθουνε πλάκα» είπε, συνεχίζοντας να μιλάει επίμονα στον εαυτό του υπενθυμίζοντας την έκπληξη που θα νιώσει ολόκληρη η οικογένεια. Το σχέδιο είχε μπει σε λειτουργία. Στόχος ήταν η εκτέλεση μιας σπεσιαλιτέ από τις λίγες. Μετά την απαραίτητη στάση στον μανάβη, έβαλε σε εφαρμογή την ικανότητα του. Παραμιλούσε συνέχεια λέγοντας «Πω-πώ, μακελειό με την ΜΑΚΒΕΛ!»

Δύο ώρες μετά, η κόρνα από το σχολικό ήταν έντονη. Το κουδούνι είχε ηχώ διαρκείας. Ο Βασίλης είπε στην babysitter ότι μπορεί να φύγει, θα αναλάμβανε αυτός. Ο Αντωνάκης και η Ελίζα σάστισαν βλέποντας τον μπαμπά τους με την ποδιά. «Μπαμπά τι έκανες; Γιατί είσαι σπίτι; Ξέρεις πόσο καιρό έχεις να μαγειρέψεις; Και δεν είναι καν Κυριακή... Είσαι ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου». Οι φωνούλες τους με ρυθμό πινγκ-πονγκ μαγεύουν ακόμα περισσότερο το σημερινό παραμύθι του Βασίλη. Ένας μύθος που πιστεύει ότι μπορεί και να γίνει πραγματικότητα.

Ύστερα από λίγη ώρα, ο ήχος από το ξεκλείδωμα της εξώπορτας είναι ικανός για τις ανεξάντλητες απορίες του ενός λεπτού. «Αγάπη μου τι έγινε; Τι είναι όλα αυτά; Είσαι καλά;» Ο Βασίλης δεν έχει πολλά λόγια. Έχει μόνο ζεσταμένα συναισθήματα. Η απάντηση του είναι καθοριστική: «Τώρα ναι. Με την ΜΑΚΒΕΛ ξανά... είμαι καλά!» Ο ήλιος είχε ήδη πάρει ξεκάθαρη και υπερίοπτη θέση με την μορφή του David Bowie να είναι πιο ζωντανή από ποτέ. 

ΤΕΛΟΣ